Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
παυσίπονος -η -ο :
* που σταματά ή που ανακουφίζει τον πόνο
* || (ως ουσ. ) το παυσίπονο, φάρμακο για τους πόνους:
η ασπιρίνη είναι το πιο γνωστό παυσίπονο
Σταματάει ο πόνος; Δύσκολο. Αλλά σίγουρα ανακουφίζεται όταν κάπου λες αυτά που σε πνίγουν.
Όσο η καθημερινότητα συνεχίζει να αντανακλάται σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη και η πραγματικότητα διαστρεβλώνεται ,εμείς θα προσπαθούμε να συνθέτουμε την «αλήθεια». Ελπίζουμε κάποιους να ενοχλήσει...αλλιώς θα έχουμε αποτύχει. Δεν είμαστε δημοσιογράφοι απλά μια ομάδα ανθρώπων που ακόμα σκέφτονται και ελπίζουν. Αυτά που γράφουμε ίσως προκαλέσουν τελικά τον πόνο σε κάποιους άλλους. Ή απλά έναν προβληματισμό.
Tότε μάλλον θα είμαστε ευχαριστημένοι. …
2 σχόλια:
Καλό ξεκίνημα, παίδες! Ελπίζω το παυσίπονο σας να πονοκεφαλίσει τους πονηρούς και να ξυπνήσει τους φυγόπονους...
egw eimai idi enoxlimenos!! to nou sas! kalo ksekinima loipon apo enan enoxlimeno kai ponokefaliasmeno..
Δημοσίευση σχολίου